αφιέρωμα στη Μ. Π.
Ξεκινάν’ από κάπου μακριά
τέτοια μαύρα μεσάνυχτα
-σίγουρα όχι κοντά σου.
Κάποια πορτοπαράθυρα ανάνοιχτα
κάποιες αφύλαχτες βραγιές,
μια γειτονιά με κυπαρίσσια,
του φωτός ένα άδειασμα…
και βαδίζουν αγέρωχα κι ίσια
για τον τόπο του οίκου σου.
Προσπερνούν της ελπίδας γαλάζια,
εκκλησίες με τρούλους πανύψηλους
και πλατύσκαλα άδεια
από γέλιο ή κλάμα παιδιού.
Πίσω αφήνουν γιατρέματα πόνων,
πινελιές με γλυκά πορτοκάλια
ή σταρένια μεστώματα χρόνων.
Τα μεσάνυχτα μαύρα σαν έρθουν
και ζητήσουν την πόρτα ν’ ανοίξεις,
μη διστάσεις, μα πάρ’τα απ’ το χέρι
και προτού να προλάβεις να φρίξεις
δείξ’τους τόξο ουράνιο στα ύψη
και το δρόμο να φτάσουν στ’ ανέφελα:
το Σταυρό του Σωτήρα Χριστού
της Ζωής της Αιώνιας τη γέφυρα.
