Μα θάρευα, μα πίστευα
Πως έβλεπα σαν αητός.
Ορθά τον κόσμο θώραγα.
Μα ήμουν τυφλός.
Σε ξύλινο έπρεπε σταυρό
Ληστής και να πεθάνω
Με νέα μάτια για να δω
Ποιον λένε, ψεύτη, πλάνο!
Μα… Τούτος είναι Βασιλιάς,
Με εξουσία ουράνια!
Δεν είναι Γιος απελπισιάς
Δε γύρευε συμπόνια.
Κι ούτε του πόνου το ρακί
Ακούμπησε στα χείλη
Πάρε με, Βασιλιά κοντά
Να Σου θωρώ, τη Δόξα.
Αυτά τα Χέρια…
Πώς τ’ αγαπώ Χριστέ
Τα Χέρια αυτά τα ροζιασμένα
Απ’ το πριόνι – χθες –
Απ’ το μυστρί, ασβεστωμένα.
Πώς τ’ αγαπώ Χριστέ
Τα Χέρια που ‘πλυναν τα πόδια
Καλαδελφέ, Πιστέ
Στου δοξασμού πριν τα Εσόδεια.
Πώς τ’ αγαπώ Χριστέ
Τα Χέρια αυτά του χορτασμού μου
Συναντισμός για με
Μαυρονυχτιάς στρατί χαμού μου.
Πώς τ’ αγαπώ Χριστέ
Τα Χέρια αυτά που αιματώσαν
Κι αμαρτωλούς – και ‘με –
Αίμα σταξιά. Και μας λυτρώσαν.
