Στο βυθό της αβύσσου μου
το ιστόρημα των καταστροφών μου
κείτεται δίχως στόμα,
σαν ύφασμα τόσο πυκνοϋφασμένο
που δεν μπορεί να ανασάνει ούτε σχισμή.
Όταν κινείται,
κινείται σαν μάζα,
ελλείψει λόγου,
για να περάσει το κάλεσμα
«κινήσου», «κινήσου»,
απ’ το στημόνι στο υφάδι,
έτσι όπως δίνεται η κίνηση στα κύματα
που διαδέχονται το ένα τ’ άλλο.
Στην κορφή της αβύσσου μου
τα μύρια ιαματικά χέρια,
που φροντίζουν τους περιπατητικούς τραυματίες,
έστρωσαν ελεητικό χιτώνα,
διάφανο και διαλογικό.
Πλέκοντας και υφαίνοντας τις λέξεις
αυτός ο εξαίσιος ιστός της ερμηνείας
απλώθηκε όπως η λειχήνα στην πέτρα,
αργά και ανεπαίσθητα,
μέχρι που χάραξε ένα φως αυγερινό
—πολύτιμο και απαλό σαν το μετάξι.
Έπειτα, μια συνηθισμένη μέρα
στο ημερολόγιο των απωλειών μου,
ένιωσα κάτω από τα πόδια μου ένα δέντρο
να φυτρώνει ανάποδα
—οι ρίζες του ν’ αγγίζουνε τον ουρανό.
Βίαια και άναρθρα
Μού ’σκισαν την καρδιά στα δύο,
σαν του Ναού το Παραπέτασμα
την Ημέρα της Σταύρωσης,
ελευθερώνοντας ένα τεράστιο λαμπερό ρουμπίνι.
Έκοψα το θεσπέσιο του κόκκινου
σε λιλιπούτεια κομμάτια
και γέμισα μ’ αυτό τα σπόρια από χίλια ρόδια.
Έπειτα, αντικρίζοντας τον πόνο μου κατάματα,
μοιράστηκα τον πλόυτο του
με την αλλοτινή παντοτινή μου αγάπη
κι απόμεινα απορώντας τι χρώμα
θα πάρουν οι χυμοί της εγκατάλειψης
στου καθενός μας την καρδιά.
μεταφρασμένο απ’ το αγγλικό πρωτότυπο από την ίδια
