Όπως το τρυφερό λουλούδι την αυγή
τα πέταλά του με λαχτάρα ξεδιπλώνει
στον ήλιο απ' την παγωμένη γη,
στο χάδι του που πρόσχαρα ζυγώνει,
έτσι και γω ολημερίς στον ουρανό
το πρόσωπό Σου αναζητώ το φωτεινό.
Απ' την ημέρα που στην θεία Σου πνοή
επρωτοσκίρτησε η καρδιά μου όλο πάθος
και πρωτοαντίκρισα την άδολη ζωή
σ' ορίζοντες που χάνονται σε βάθος,
μαγνητισμένος στα ουράνια όλο κοιτώ
και Σένα, Κύριε, παντού αναζητώ.
Ω… όταν είμαστε οι δυο αντικριστά,
στα ύψη Συ και γω από το χώμα,
και Σου μιλώ με προσευχή ψιθυριστά
ξεχνώντας το αδύναμό μου σώμα,
στα κράσπεδα του θρόνου Σου πατώ
και τίποτ' άλλο πια στον κόσμο δεν ζητώ.
Κι ενώ με φλόγα η φτωχούλα μου καρδιά
απ' την πνοή Σου να ρουφάει δεν χορταίνει,
γιατί αυτή η καταραμένη συννεφιά
ανάμεσά μας με μανία παρεμβαίνει;
Και πια Σε χάνω απ' της ψυχής μου την θωριά
κι απλώνει γύρω η παλιά η σκοτεινιά.
Και τότε, Κύριε, αχ πώς να ζήσω πια
χωρίς να βλέπω την αθάνατη μορφή Σου;
Σε ικετεύω, σκόρπιζε τη συννεφιά
για να με λούζει η αχτίδα η δική Σου
να με στολίζει με δώρα της ζωής
που λαχταρώ από τα βάθη της ψυχής.
Ω… τότε μες στα πέταλά μου τα χλωμά,
τα μύρια χρώματα της χάρης Σου θα λάμψουν
και τ' αεράκι σαν περνά από σιμά
στο άρωμά Σου οι φτερούγες του θα βάψουν
και Σένα γύρω θα δοξάζουνε πιστά
όταν βρισκόμαστε οι δυο αντικριστά.
