Πώς σ’ αποζήταγα παντού, στις στράτες τις βουβές, μες
στα πλατιά κι απόμακρα του κόσμου μονοπάτια, στα
σούρουπα τα ρόδινα, στις πλάνες χρυσαυγές, μ’ ολόφωτα
τα μάτια.
Με λούλουδα ανοιξιάτικα σωρούς στις αγκαλιές σ’ έκραζα
και τριγύρναγα στης πολιτείας τους δρόμους,
αποζητούσα στις γλαυκές κι έρμες ακρογιαλιές να γιάνεις
μου τους πόνους.
Θαρρούσα πως στα μάτια σου θα βλεπα την αυγή
του Λυτρωμού που θα ‘φτάνε και τόσο είχα ποθήσει και
καρτερούσα να σε δω παντού πάνω στη γη μες
στη θλιμμένη φύση.
Μες στην κουβέντα τη βουβή των μητρικών χαδιών, μες
στης θυσίας το στενό κι ανήλιο μονοπάτι, στη στοργική τη
μουσική των άκακων πουλιών σ’ αναζητούσα, Αγάπη.
Και ήρθες. Μες στα μάτια Σου δε γέλαγε το φως, στα μάτια
Σου που στάλαζαν δάκρυα ματωμένα, χωρίς λουλούδια,
μουσικές, μονάχα ένας Σταυρός, ένας Σταυρός για μένα.
Για μένα που τ’ ατσάλινα Σού κάρφωσα καρφιά, που Σ’
έριξα με χλευασμούς στου πόνου το δρολάπι, ήρθες από
τους ουρανούς μια γαλανή νυχτιά, Αγάπη, Αγάπη, Αγάπη.
