Δίχως φωνή, δίχως κραυγή
Λυγμό, για παραπόνι
Δίχως να πει ένα «γιατί»
Λιόντες ορμήσαν πόνοι
Και άφωνος ωσάν τ’ Αρνί
Μπροστά στον κουρευτή του
Άκακος για το σταυρωτή,
Δέχτηκε το καρφί Του.
Το στόμα Του δεν άνοιξε
Πάσχοντας ν’ απειλήσει.
Λοιδόρησαν. Και σιώπησε
Χωρίς να λοιδορήσει.
Το ξύλινο ιλαστήριο
Με Αίμα πλημυρίζει.
Αγάπης ποιο μυστήριο!
Που λυτρωμό χαρίζει.
