Το χέρι είδα Του το ματωμένο
Το χέρι είδα Του τ’ αγαπημένο
Και κράταγε στα δάχτυλα γραφίδα.
Θάρρος λοιπόν. Υπάρχει ακόμα ελπίδα.
Είπε..(«..πάντα δι’ Αυτού εγένετο»Ιωάν.1/3)
Είπε! Κι έγινε σίδερο.
Ν’ αψώσει το χορτάρι.
Να γίνει ο κέδρος σύδεντρο.
Βροχή μαργαριτάρι.
Κι έσκαψε μίνες η καρδιά
– ξέχασε τα πανέρια –
και ‘φτιασε ο όχεντρας καρφιά
Για του Χριστού τα Χέρια.
Πήρε πελέκυ ο αμαρτωλός
– το κέδρο το δικό Του! –
το δώρο που ‘δωκε ο Χριστός
Τον έκαμε σταυρό Του.
