Έχεις δει τα σαγκουίνια;
Έχουν κόκκινες σταξιές.
Πονεμένη ιστορία…
Να την ξέρεις και να κλαις.
Ένα κάποιο ουρανοπούλι
Μες ση δίψα τη φρικτή
Οι κακοί – πες μεροδούλι –
Παίδευαν τον Λυτρωτή,
Δεν εβάσταξε. Πετάει
Σε μια κει πορτοκαλιά
Κι από κάποιο πορτοκάλι
Ρούφηξε μία σταλιά.
Έφυγε και την αφήνει
Εις τα χείλη του Χριστού
Ξαναπάει, πάλι πίνει
Μια ρουφιά ξεδιψασμού
Μα απ’ το Αίμα π’ είχε πάρει
Με το ράμφος, χρώμα δίνει.
Παραμύθι, για το βράδυ…
Βγήκε – λεν – το σαγκουίνι!
