Δεν λέω για τον πόνο που ’ν’ της Κτίσης αδελφός,
Της Εύας ταίρι,
Κείνον που πρωτοστράτισε στη γη
Αντάμα με πρωτόπλαστα πουλιά, λουλούδια,
Κι άπλωσε το τσεμπέρι του χαλί
Για να φυτρώσουν απ’ το μαύρο κάμπο του
Σώματα και ψυχές θνητών ανθρώπων,
Παγκόσμιο χάρτη που ’κανε τον κόρφο του
Στο φόντο του να κεντηθούν μ’ ασήμια,
Με πούλιες και χρυσοκλωστές
Αριά και πού οι χαρές μας.
Ούτε μιλώ για το δικό μου μερτικό
Στου πόνου ετούτου το πλατύ αλώνι,
Στο γαϊτανάκι που δεν έχει τελειωμό,
Από την ώρα που’κοψα κι εγώ μες στο χορό,
Την ώρα που γεννήθηκα και βιάστηκαν οι Μοίρες
Το λώρο τον περίσσιο τους χαλκά να κάνουν,
Κρίκο αλυσίδας, δαχτυλίδι γαμικό,
Στέρια να με προσδένει με το γένος
Αντίθετα όσο κι αν πορεύομαι, αλάργα.
Εγώ θέλω να γράψω για τον πόνο μιας στιγμής,
Για το σατράπη πόνο μιας μονάδας χρόνου
Που ληστρικά λυμαίνεται του σώματος κάθε γωνιά
Κι αχόρταγα τη γη του δυναστεύει,
Βαθιά μέσ’ απ’ των σωθικών τα οχυρωμένα φρούρια
Μέχρι των ακροδάχτυλων αφύλαχτες γραμμές
—της ύπαρξης περιοχές μεθόριες—
Κι άπληστα «χώρο ζωτικό» κι άλλον ζητά.
Κόβεται ο ανασαμός, πισωγυρνάει η μέρα
Κατράμι χύνεται η νυχτιά σ’ άλλης νυχτιάς
Καζάνι, σε κόμπο δένεται η ψυχή
Να ψηλαφήσεις που μπορείς όπου ν’ αγγίξεις,
Κέντρο ή περιφέρεια, μέτωπο, στήθος, γόνυ.
Ποια η πατρίδα, η μάνα του, δεν το’μαθε κανένας.
Χίλιες στολές φορεί ο καταχτητής, ονόματα άλλα τόσα:
Έρωτας ψεύτης, θάνατος, στέρηση δόξας, πλούτου,
Ή και το δείλι Κυριακής σαν γέρνοντας ο Ήλιος
Μαζί του παίρνει οριστικά τα όνειρα μιας μέρας.
Η πόλη γιόμισε οχτρούς μ’ αυτός σ’ άλλους δεν μοιάζει.
Χωρίς προγόνους, παρελθόν, ταίρι, αφέντη, δούλους,
Στου σήμερα το λιόλουσμα θεριεύει ανιστόρητα
Κι απ’ του καταμεσήμερου τη στάμνα μόνο πίνει
Φως ανελέητο, ένταση και δύναμη τιτάνια.
Στους πειρατές μονόφθαλμο το μέλλον αντικρύ τους·
Τυφλός κι από τα δυο ετούτος,
Τέλος της βασιλείας του δε βλέπει, δε φοβάται,
Πως κι αύριο θα’ναι άρχοντας θαρρεί ο νέος Κροίσος
—νάρκισσος που’δε στο νερό μονάχα το είδωλό του!
*
Α, πότε να πληθύνουνε τα ευλογημένα δάκρυα
Τον πόνο το διχτάτορα στη λίμνη τους να πνίξουν.
(Εσωτερικές Διαρρυθμίσεις, Νεφέλη, σ. 41)
