Είδα τον δύστυχο μ’ ορμή
Ψηλά να πιλαλάει
Καρφιά κρατούσε και σφυρί
Φριχτά να βλαστημάει
Κι ως ένοιωσα πού πήγαινε
Ποια χέρια να καρφώσει
Ποιανού καρδιά θα πλήγωνε
Το Φως της γης να σβήσει.
– Δώσ’ μου – του λέω – τα καρφιά
Πρέπουνε στην καρδιά μου
Κι είπε ο Κύρης σιγανά:
– Άφησ’ τα. Είναι δικά Μου.
