Κι ως άσκωσε τη βαριοπούλα του μ’ ορμή
– Το ‘να στο στόμα δαγκωτό, τ’ άλλο καρφί
το χέρι τ’ απλωμένο να καρφώσει
Γύρω αφήκε το μάτι του ν’ απλώσει
Και θα χτυπούσε και το δικό του χέρι.
Κι άκουσε γλυκό, απόκοσμο αγέρι
Δίχως να ξέρει Ποιός του ‘χε μιλήσει:
– Πρόσεχε! Του ‘πε η Φωνή. Να μη χτυπήσεις!
