Πάνω σε μια ντάπια,
στην πληγή π' άνοιξε ένα βόλι,
πάνω στο μολύβι,
φύτρωσε ένα κρινάκι του βουνού.
Είχε ένα γλυκό ροζ χρώμα
από την καλοκαιριά στα πέταλά του
κ' έγερνε στου ανέμου το φύσημα
μια από δω μια από κει
χαμογελώντας.
Δεν λόγιαζε τους πολέμους
που η ντάπια είχε αντικρίσει
ούτε το αίμα που' χε ποτίσει τις πέτρες.
Κοίταζε κατά το νοτιά
από 'κει πούρχονταν οι Σαρακηνοί
και χαμογελούσε.
Πέσανε κορμιά δίπλα της.
Τους είπανε ήρωες
και ήτανε παλικάρια.
Πολλοί τους ζηλέψανε,
μα 'γω ζήλεψα
το μικρό κρινάκι του βουνού
που στη ματωμένη ντάπια
χαμογελούσε.
