1.Μέσα σε στέππες άγονες, μέσα σε ερημιές,
πλανιόμουν και δερνόμουνα από τις παγωνιές.
Όπως λυγά η καλαμιά στην λύσσα του βοριά,
θλιμμένος ζούσα, δυστυχής, απ' την ανημποριά.
2. Δειλά δειλά με ζύγωσες κι έσκυψες χαμηλά
κι από την λάσπη την υγρή μ' έβγαλες τρυφερά.
Τα φύλλα μου εσκούπισες με χάρη απαλά
και το κορμί μου στήλωσες ψηλά, πολύ ψηλά.
3. Τι κι αν σφυρίζει άγρια με λύσσα ο βοριάς;
Τι κι αν με δέρνει αλύπητα ο παγερός χιονιάς;
Εμέ μου φτάνει να θωρώ την θεία Σου μορφή.
Εμέ μου φτάνει δίπλα Σου να ζω μες στη ζωή.
