Γλυκιά αδελφούλα των χελιδονιών,
πόσο τρυφερή είναι η ψυχή σου!
πετάς στους γαλανούς αιθέρες
για να μη πατήσεις
το γλυκόθωρο χαμομήλι
για να μη ταράξεις
τον ύπνο της χρυσόμυγας,
που ξεκουράζεται πάνω
στη μαβιά ανεμώνα,
να μην αγγίξεις το ανέμελο
ζουζούνι που νείρεται την αυγή.
όταν οσμίζονται το πέταγμά σου
τα πουλιά της αυλής
ξεφωνίζουν χαρούμενα
και τα λούλουδα του αγρού
σκορπίζουν το γλυκύτερο άρωμα.
στα ζεστά σου χέρια καταφεύγουν
οι φτωχοί σπουργίτες
τους κρύους χειμώνες
και τα καλοκαιρινά βραδινά
οι γρύλοι τραγουδούν κοντά σου
ένα ύμνο εξαίσιο.
πόσο ωραία είσαι μέσα στο βασίλειό σου,
ανάμεσα στα κρίνα, στους βασιλικούς
και στους μεθυστικούς δυόσμους.
το άλογο κάθε πρωί προσμένει τα γλυκόλογά σου
και το άκακο πρόβατο
τα απαλά χάδια σου.
γεμάτη περιστέρια η αγκαλιά σου
για τα παιδιά του Ιράκ και της Ρουάντας
κι η ματιά σου κρυσταλλοπηγή
για τους φτωχούς και καταφρονεμένους.
γλυκιά αελφούλα των χελιδονιών
πέταξε, πέταξε πάνω απ’ τη γη
εκεί που η ποίηση ανθεί
κι η Άνοιξη χαμογελά
σαν μια πανέμορφη τριανταφυλλιά αιώνια.
