Αφιέρωμα στο Μ. Κ.
Αποχαιρέτησε το επάγγελμά του
και την αίθουσα με τους καθρέφτες
που αθάμπωτα κι αράγιστα για χρόνια αντιφεγγίζαν
τις ειδικές συνθήκες της συναλλαγής του με τους άλλους
στον κόσμο και στον κόσμο του:
τους συγκεντρωτικούς φακούς των προσωπείων και προσώπων τους
που βάσταγαν αγόγγυστα στις κυρτωτές κοιλιές τους
την όλη καταξίωση της κρίσης και του έργου του,
την πλήρη και ολοκληρωτική δικαίωση της ύλης του.
Τώρα, με τα εξωτερικά του μάτια αναπόφευκτα θαμπά
και τα υπόγεια τούνελ με τις τελικές προδιαγραφές
ξέμακρα ακόμα στον ορίζοντα,
κάθεται ο συναταξιούχος στη λιακάδα μεσοβδόμαδα
και σαν υπάλληλος πρωτάρης, νεοπροσληφθείς,
παλεύει να μαντέψει τι του γνέφει ο ήλιος απ’ αντίπερα
με τ’ ώριμο πορτοκαλί μαντίλι του,
να ερμηνέψει την εγκύκλιο χρυσαφιών οδηγιών
που στέλνει ο Διευθυντής του Ασύνορου Φωτός
στα μελαγχολικά, βασιλεμένα δυο του μάτια,
όπως γεράνι εμπρηστικό που σκύβει
και φιλεί ανήξερη αποσκιά.
Τόξο ουράνιο αναλυωτό το κάθε ηλιόγεννο φιλί
φυτεύει θεϊκές ματιές στο μέσα του με φόρτσα
—χιλιόλαλες, χιλιόμορφες, ρουμπινοστολισμένες
σοφές σαν στάχυ, διαμαντόκοπες, μελιές—
να υφάνουν του κορμιού την άλλη όψη:
τη μεσιανή, την ισκιερή και τη λησμονημένη,
κόρη του στερνογέννητη, χλομή σαν σταχτομπούτα,
που ’ρθε ο καιρός της να γενεί νυφούλα στολισμένη.
*
«Ετούτες θα’ναι τώρα οι χειμερινές σου υπευθυνότητες»,
μηνάει του συνταξιούχου μυστικά ο Ουράνιος Λαμπαδάρχης
καθώς του πισωστρέφει τη θωριά,
γυρίζει μέσα-έξω το κουστούμι,
και τον μεταμορφώνει μαγικά κι αντίδρομα στο χρόνο
σ’ αρχάριο ενθουσιώδη μαθητή της γνώσης του εαυτού του.
(Εσωτερικές Διαρρυθμίσεις, Νεφέλη, σελ. 56)
