Ειρωνεία,
τι είδους καριοφίλι πες μου είσαι;
Συ και το θήραμα λαβώνεις και τον κυνηγό,
βλάφτεις και τον κατήγορο
και τον κατηγορούμενο,
το θύμα τραυματίζεις
μα και τον επιδρομέα εξίσου
κι αφήνεις τα πεδία της μάχης σου γυμνά
από νίκη ή ήττα,
σαν χώρα ερημωμένη κι άγονη
με ξηλωμένο κάθε της γαλόνι ιεραρχίας και διάκρισης.
Ρίξε μου μια ματιά! Ένα από τα βέλη σου
τον αυτοσεβασμό μου μόλις πλήγωσε,
μια κραταιή βιτσιά σου
λάβωσε βαριά την αξιοπρέπειά μου.
Σουβλιά ο πόνος σαν κεντρί. Δαγκάνα.
Παγώσανε τα βέλη μου σαν πέτρινα,
ο αέρας πήρε τα καμώματα αρκτικού βοριά,
άδειο το κύπελο της συναναστροφής μας
και μια αιμορραγία δακρύων ακατάσχετη
—κυλώντας προς τα μέσα—
τις όχθες της μελαγχολίας μου πλημμύρισε.
Ρίξε σε σένα μια ματιά! Τα βίτσια κι οι σαΐτες σου
άφησαν το φαρμάκι πίσω τους·
στα μάγουλά σου τα λακκάκια γέμισαν
ζαχαρωτά καλούδια ολόπικρα
που λέκιασαν της νίκης σου το άλικο πυρό
με κίτρινης αμφιβολίας ρυτίδες
κι απλόχερα πιτσίλισαν τη φράντζα
του γέλιου σου του αυτάρεσκου
με υποψίες απάτης οδυνηρές.
Σιωπή στο επαίσχυντο πεδίο μάχης
Σιωπή και στων χειλιών μου τα περβόλια
Αναμιλιά: η ιδιωτική μου προσφορά ειρήνης,
μια έκταση ατέρμονη αθόρυβης ευπρέπειας
—τη στρώνω ανάμεσά μας σαν φιλίας μαντήλι—,
μια χέρσα γη ν’ αποθαρρύνει τον καρπό
που στον ανθό του τρέφει τέτοια βόλια,
πάνσοφη στέπα που και τη βροχή στη στέρνα φειδωλά μαζεύει
μέσα της μη χρειαστεί μια μέρα να μου πνίξει πειρασμό
να σου παραβγαλθώ στην καλλιέργεια τέτοιων ρόδων,
μαζί σου ν’ αναμετρηθώ σε άθλημα ανάξιο.
*
Επέστρεψες στη Ρώμη Αυτοκράτορας Θριαμβευτής.
Άρχοντας νικημένης χώρας σύρθηκα ξοπίσω σου κι εγώ.
Μέχρι τα σήμερα δεν ξέρουν οι συγκλητικοί
Ποιος απ’ τους δυο φόραγε το στεφάνι.
(Εσωτερικές Διαρρυθμίσεις, Νεφέλη, σ. 83)
Μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο από την ίδια
