Τόσο μικρούλης κι έφευγες στα μπλε
ντυμένος. Μια μικρή κηλίδα, με μπλε
καλτσάκια, χαρωπός, σαν μια μικρή
χρυσάφινη αχτίδα.
Διάβαινες και τα μάτια μου
σε κοίταζαν.
Τ’ άσπρα φτερά υψώθηκαν, σε πήραν
μες στο γαλάζιο.
Ανάριο σύγνεφο ξεμάκραινες, ξεμάκραινες•
βουβοί λυγμοί με συνεπήραν.
Κει στην εξέδρα σβήνει τ’ όραμα…
Κει στην εξέδρα
άφωνο στα χέρια το μαντήλι.
Πάνω γελά το γαλανό.
Μια προσευχή σφραγίζει σιωπηλά
τα λυπημένα χείλη.
Καλέ μας, τα χρυσάφινα φτερά
να σε κρατούν,
να σε λικνίζουν στο μικρό κρεβάτι,
για Κείνον που σταυρώθηκε για σένα
να μιλούν, να λεν
για τη δική μας την αγάπη.
