Στο μακρινό Μαρακαΐμπο
-που ακουστά μόνο το 'χω
στην ανήσυχη Βενεζουέλα,
γλιστρά ένα λίμπερτυ.
Δεν ξέρω αν στ' αμπάρι του
έχει στάρι από τον Καναδά,
ή μινεράλι από την Χιλή.
Ξέρω μονάχα
πως ανάμεσα στους άνδρες
τους ψημένους απ' την άρμη
και την σκληρή ζωή,
πρωτοτάξιδο ναυτάκι
αρμενίζει.
Γλάροι ακούραστοι
και δελφίνια αχόρταγα
συντροφεύουν το πλοίο
κι οι προσευχές μιας μάνας,
για το πρωτοτάξιδο παιδί.
Στο μακρινό Μαρακαΐμπο
σαν φτάσει το πλοίο,
όλοι θα τρέξουν
στου χαμού το δρόμο
και στ' απόμερα μπαρ,
να σβήσουν
της αμαρτίας τη δίψα.
"Κύριε,
στο μακρινό Μαρακαΐμπο
το πρωτοτάξιδο ναυτάκι
κάνε να Σ' ανταμώσει".
