ΛΕΥΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

15 Μαρτίου 2022
ΠΙΣΩ
eeeath_admin

πρωϊνό αφύπνισμα

Α’

Τα λόγια της αγάπης Σου πες μου.

Τα τραγούδια Σου, που μου ‘πες

όταν από κατώφλι της φυλακής μου στάθηκες τότε,

που η λύρα Σου έπαιζε τη σωτηρία μου

τότε, που τη δόξα μου ετοίμαζαν

στις Λευκές χώρες.

Τα δάκρυά Σου θέλω να θυμηθώ,

τα δάκρυά Σου θέλω να θυμηθώ εκείνα, που έχυσες Εσύ μην τύχει

και δεν ακούσω το κάλεσμά Σου.

Ώ, αν μπορούσα

τη νύχτα εκείνη να σταθώ

κοντά Σου…

Στον κήπο της αγωνίας Σου

Όταν χωρίς να το ξέρω

ύφαινες τη σωτηρία μου.

Τότε όμως εγώ κοιμόμουν.

Η φιλία μου δεν ίσχυσε να Σε συνοδεύσει.

Τα αδύνατα βλέφαρα μου

δεν είδαν το τραγούδι του πόνου Σου,

που τόνιζε η αγάπη Σου για μένα

ούτε το όραμα του αγγέλου,

που ενίσχυε την ψυχή Σου,

όταν το ποτήρι των θλίψεων έπινες

ενώ στο χώμα έσταζαν

σε μια ατέρμονα θλιμμένη αρμονία

οι αιμάτινοι θρόμβοι της αγωνίας Σου

Ώ, δος μου τα δάκρυα Σου εκείνα,

που λάμπουν όπως της αυγής

τα κρυστάλλινα άνθη όταν αιωρούνται στους λεπτούς κλώνους,

στη γαμήλια συνοδεία των στιγμών,

Ντυμένα την αγνότητα μιας νύμφης.

Ώ, δος μου γύρω στον τράχηλο μου να περιθέσω τα σύμβολα της

αγάπης Σου της αγάπης Σου…

της αγάπης Σου.

Β’

Όταν η αγάπη Σου μας εσκέπασε εμείς κοιμόμαστε. Κοιμόμαστε τυλιγμένοι τα θελκτικά οράματα των μάταιων ύπνων.

Κοιμόμαστε όπως

η νυχτερινή φύση

κοιμάται παραδομένη

στην ασύλληπτη αιώρα

των αμέτρητων διαστημάτων.

Λικνιζόμαστε…

Τα όνειρα μας ήταν δικά μας.

Τα χτίζαμε με πηλό και άμμο

με κουφότητα και αλαζονεία,

για να σβήσουν στο βόμβο των ανύπαρκτων τρόμων.

Ταξιδεύαμε τότε,

όπως οι νεροσταλίδες, τυλιγμένοι

μια εύθραυστη πολύχρωμη αρμονία πάνω στη διαφάνεια

των πρωινών υδάτων.

Γ ‘

Σαν ήλθες

ήσουν όπως τ’ άσπιλο χιόνι,

που σκεπάζει με μυθική λευκότητα

τις ατέρμονες εκτάσεις.

Έτσι μας ήλθες.

Λευκός και απαλός,

απαλός και ωραίος

και αγαθός.

Ξυπνήσαμε τότε

και τινάξαμε τα μαλλιά μας

τα φορτωμένα από λευκή ευτυχία.

Ετρέξαμε στους απέραντους κάμπους του λόγου Σου. Η αγνότη ήταν εκεί.

Άνθιζε πλάγι στην άδολη σκέψη.

Η συμπάθεια μιλούσε

όπως το γλυκό αίσθημα

μιας ρόδινης φθινοπωρινής εσπέρας

Ω ! έλα, αγαπημένε μας…

μίλησε μας

με το γλυκόπνοο φίλημα της αγάπης Σου. Της αγάπης,

που δεν γνωρίζει εποχές,

που δεν γνωρίζει χειμώνες,

που μιλάει με λόγο και δάκρυα.

 

λόγοι και στοχασμοί

 

Ω ! Σ’ αγαπούμε, Κύριε…

Τα μάτια μας γιομίζουνε δάκρυα στην προσμονή Σου

Μ’ αυτά κάνουμε κάθε μέρα

την προσφορά μας.

Περνούμε από τα ίδια μέρη,

που άλλοι περνούν αδιάφορα,

που άλλοι μιλούν κενόδοξα

για τ’ όνομα Σου

και ζούμε τον άκακο συμβολισμό

 των απλών πραγμάτων,

που ανύποπτα διηγούνται την ιστορία μας,

που μας θυμίζουν τη σεπτή Σου παρουσία.

Το λουλούδι είναι ένα σύμβολο

και το πουλί πού πετάει και σχίζει

τη μετάξινη αθωότη του αιθέρα.

Η θάλασσα θυμίζει την αγάπη Σου…

και ο μπάτης τη μυρωμένη πνοή Σου.

Κι εγώ διαλογίζομαι…

Ω , πότε θα σταθώ κοντά Σου

να λιώσει η ύπαρξή μου

στη σεπτή Σου παρουσία,

να λικνισθώ στους παλμούς της αγάπης Σου.

Τα χείλη μου τότε θα φιλούνε ,

Ω , θα φιλούνε τα θερμά δάχτυλά Σου.

Ε’

Να γείρω επόθησα το κεφάλι μου,

που εστόλισες Εσύ

με λουλούδια και αρώματα,

με το άσπιλο μύρο της ζωής.

Να γείρω επόθησα στο στήθος Σου,

όπως ο μαθητής εκείνος,

που αγαπούσες πολύ.

Να λικνιστώ στην αγκαλιά,

που άνθισε η αγάπη μου.

Ω πες μου, γλυκέ μου,

Γιατί θέλω να στέκω

να σέ βλέπω… να σέ βλέπω…

Ω , γιατί όταν ταξιδεύω

στα πιο ασύλληπτα όνειρα μου,

στις πλούσιες νοσταλγίες της ψυχής μου

λαχταρώ τη μορφή Σου…

Όταν θα Σέ βλέπω σε μια έκσταση,

σε μια ιερή συνέντευξη

πάνω στον Ουρανό Σου,

σε μια μυστική συμφωνία ύμνων και λόγων,

που δεν θα περνά η ένταση

το βράδυνο θρόισμα

των χρυσαφένιων φύλλων.

Ω , ύφανε τις σκέψεις μου γύρω

στο Όνομα Σου

ύφανε την αγάπη μου…,

Συ, που υφαίνεις

την άπιαστη ουσία των χρωμάτων

με τις γλυκιές ευωδιές των κήπων

και των αγρών

στο διάφανο θάμβος εαρινής πρωίας

Ναι, έλα, γιατί Σ αγαπώ…

Σε ποθώ…

Σε προσμένω 

Ας μη λιώσει ο πόθος μου,

ας μην παρέλθουν οι στιγμές μου

 Ω άκαρπη προσδοκία.

Τη λύρα μου ετοίμασα,

δες, τη λύρα μου ετοίμασα,

ετοίμασα την καρδιά μου.

Τα δάχτυλά μου ρόδισα

στο φως των Ουρανών Σου

για να Σου ψάλω,

να Σου πω

το νέο τραγούδι της αγάπης μου

Ω αγαπημένε, ω  γλυκύτατε, ω  Θεέ μου.

 

ΣΤ’

Όπως η ροδιά  ανθισμένη

στους δειλινούς κήπους,

άνθισε η αγάπη μου.

Οι καρποί μου είναι φορτωμένοι στους κλώνους μου…

Οι καρποί μου, που εφύλαξα για Σένα…

Όταν θα έλθεις διψασμένος

και κουρασμένος από μακρινές οδοιπορίες,

λευκός από την άμμο της Ερήμου

που έψαξες το πρόβατο Σου,

που εζήτησες το χαμένο Σου,

τα ίχνη Σου έμειναν πάνω στους βράχους,

τους απότομους βράχους

της αδιαφορίας μας.

Τα λευκά χαλίκια έβαψαν

στα ματωμένα δάχτυλά Σου,

οι βάτοι πλήγωσαν

τα ρόδινα πέταλα της ψυχής Σου.

Ω , έλα . . .

κάθισε στη σκιά μου των πόνων Σου

δροσίσου…

στους γαλάζιους σταλαγμούς

των ύμνων μας,

που χάρισε η αγάπη Σου.

Οι καρποί μας είναι ωραίοι

ευωδιάζουνε

σταλάζουνε

τη δρόσο της χαράς μας.

Δες, έπλεξα στεφάνια το φως

γύρω στο πρόσωπο μου,

το φως που πετάει,

το φως που γελάει,

το φως που μιλάει

σαν το χαμόγελο βρέφους.

Τα χελιδόνια μου τραγούδησαν την άνοιξη,

μου φέραν τις ατλάζινες πρωίες,

που στάζουν φως και άρωμα…

Ζούμε τις αθώες γιορτές μας

με αγνή αφέλεια,

όπως τα μικρά παιδιά

με λευκή αγνότητα,

όπως τα αυγινά κρίνα.

Ω , έλα, αγαπημένε μας,

άνθισε η αγάπη μας,

Η μυστική αγάπη μας για Σένα.

Στα ίχνη Σου στεκόμαστε, γλυκέ μου,

στα ίχνη Σου,

που είναι μια απέραντη θάλασσα

από ωραίες πράξεις και άδολες σκέψεις.

Στους αθόρυβους κυματισμούς της

παραδίνουμε τα όνειρα μας.

Τα όνειρα μας πλέκουμε

γύρω στα βήματα Σου.

Ω , έλα…

Πάρε μας κοντά Σου,

εκεί, που ξέρεις Εσύ να πηγαίνεις,

στους τόπους, όπου ανθίζει η χλόη,

Η αιθέρια κόμη των ανοίξεων.

Θα συλλέξουμε με αθώα χαμόγελα

τους ειρηνικούς ψιθύρους των αιωνίων.

Στα ίχνη των βημάτων Σου βλαστίζουν

οι ορθρινοί αντίλαλοι των αιωνίων.

 

το πάθος της μαρτυρίας

Η’

Τα λευκά μας πλοία φέραμε σε μια θάλασσα.

Στην ωραία θάλασσα της ζωής Του

και πετούμε,

όπως το πουλί των θερινών ουρανών

όταν σχίζει τον πρωϊνόν υμένα

των χρωμάτων

Υφαίνοντας με ασύλληπτη αρμονία

τον ύμνο της χαράς και του θριάμβου.

Τα ξάρτια μας στολίσαμε

με γιορτινά μηνύματα,

με βέβαιες αγγελίες.

Στην πλώρη μας κρεμάσαμε τους ασπασμούς και ερχόμαστε    

με τα φτερά της αύρας,

της αύρας της αγάπης Του.

Ώ, ρωτήστε μας, παιδιά της Ερήμου,

παιδιά, που δεν γευθήκατε

τις απαλές θωπείες

των πρωινών ουρανών.

Ρωτήστε μας και θα σας πούμε.

Τα χείλη μας σταλάζουν γνώση.

Τα χείλη μας μιλούν σοφία.

Στους ανθισμένους κήπους μας ευωδιάζουν

τα μυστικά μύρα της ζωής Του.

Θ’

Ταξιδεύουμε… Ταξιδεύουμε για σας μουντόχρωμα ακρογιάλια, για σας,που δεν γνωρίσατε τον ασημένιο φλοίσβο των φωτεινών οραμάτων. Στα άξενα μουράγια σας θα δέσουμε τα πλοία της Ειρήνης.

Τα πλοία μας τα αθόρυβα,

τα πλοία, που σας έστειλε

Η χώρα της ειρήνης.

Στα μακρινά οδεύουμε

τα ερημικά παράλια,

εκεί,

που έχτισαν φωλιές

οι γίγαντες χειμώνες.

Οι χρυσαφένιοι πόθοι μας θ’ ανάψουν

τους λύχνους των χλωμών ελπίδων,

τους λύχνους, που έσβησαν οι καταιγίδες

των νυχτερινών θρήνων.

Ω , τα χείλη μας θ’ ασπάζονται τότε

τα χλωμά σας χείλη,

τα νεκρά σας χείλη,

στο βαθύ κι’ ατέρμονο,

στο αθώο

πανηγύρι της ζωής.

Ερχόμαστε… ερχόμαστε… Ποιος μας έντυσε στο κάλλος μας; Ποιος άναψε τους δαυλούς μας με τις λευκές φλόγες μιας άφθαρτης δόξας;

Τα άστρα εμίλησαν για μας

Τα άστρα ετραγούδηοαν στις ασημένιες νύχτες το θρύλο των τέκνων.

Τα αιώνια άστρα θαυμάζουν

την ομορφιά μας.

Μας εγέννησαν τ’ αόρατα παλάτια, τα ψηλά.

Μας εγέννησαν οι δαντελένιες πολιτείες,

οι πολιτείες που υφαίνουν φως,

το στιλπνό φως των αστρικών ουρανών. Εκεί εμείς γνωρίσαμε το λίκνο της αυγής, εκεί γεννήθηκε η αυγή, η ωραία, εκεί

η ημέρα εντύθηκε τη χαρά,

την άψογη χαρά της νύμφης και

η ζωή πλουμίστηκε –

άφθαρτη λευκή παρθένα –

τα χαρωπά διαδήματα του φωτός και του λόγου.

Ω , η ζωή μας ξεπέρασε τα σύννεφα, τα ασημένια σύννεφα των χρόνων. Εισήλθαμε στους μυρωμένους κάμπους της αγάπης Του.

Διαβήκαμε rις φωτεινές αψίδες

των αιωνίων οδών.

Ω , ελάτε σε μας νησιά,

νησιά ξερά,

νησιά ανεμόδαρτα,

νησιά του άσπλαχνου πελάγου.

Θα σας δείξουμε τον Αγαπημένο μας,

θα σας φέρουμε στα μυρωμένα βήματα Του.

Τα βήματα Του είναι προς τη ζωή.

Τη ζωή που άδει.

Τη ζωή που γελάει

Τη ζωή που ζει…

 

δοκιμασίες και πόθοι

ΙΑ’

Χθες η νύχτα ήτανε πλατιά και διάφανη.

Το φως κρεμότανε

απ’ τις ωραίες επάλξεις

των Ουρανών Σου,

οι ατέρμονες λευκές στιβάδες.

0ι ήσυχοι κάμποι μας

ήσαν ντυμένοι

με ποίμνια προβάτων,

με αρμονικά συμπλέγματα αγγέλων,

που στα φτερά τους φόρτωναν

χαμόγελα και μυστικές παρηγοριές.

Η καρδιά μας πέταξε κοντά Σου,

γλυκέ μας, στα ωραία όνειρά μας.

Εσκίρτησε,

όπως τα αηδόνια στον Όρθρο

σαν σχίζουν τους φωτεινούς ορίζοντες

για ν’ απαντήσουν την αυγή,

που έρχεται κατεβαίνοντας

απ’ τα ρόδινα μάγουλα των Ουρανών.

Ναι, η νύχτα μίλαγε για

το γλυκύ ερχομό Σου.

Οι θαμπές σιλουέτες των δένδρων

άνοιγαν τα χέρια τους σε μια θερμή ικεσία.

Οι κήποι ανέπνεαν τους μυστικούς επαίνους των τέκνων Σου,

ανέπλαθαν με κωδωνοκρουσίες αρωμάτων

τους λευκούς ύμνους της εκκλησίας Σου

όταν στολίζεται

με τις λειτουργικές συμφωνίες

των Κυριακών οργάνων.

Ω , όλα περίμεναν Εσένα χθες.

Όλα ήσαν μια νύμφη,

μια μυστική γιορτή,

μια χαρούμενη προσδοκία.

 

             IB

Περπατούμε στο ξάπλωτο φως

και αναλογιζόμαστε

τη λευκή Σου παρουσία.

Το πνεύμα μας κουράστηκε

στο φύσημα του

Στο τρελό φύσημα του άνεμου,

άνεμου που αγκομαχά να σβήσει

τα χαρωπά Σου Ίχνη.

η καρδιά μας έσταξε

ανάμνηση και νοσταλγία.

Ω , έλα πάλι πάνω απ’ τις θάλασσες,

Πέταξε πάνω απ’ τις στάχτινες εσπέρες,

που συγκαλύπτουν

τις ωχρές κοιλάδες του θανάτου.

Κάμε ο αιθέρας να βάψει φως,

να σταλάξει μελιές αρμονίες.

η θερμή επιπόθηση

Καίει τα βλέφαρά μου

και σου μιλώ όπως ο μαθητής εκείνος

με τον ακοίμητο πόθο,

πες… να έλθω σιμά Σου

Πατώντας στις αγέρωχες κορφές

των αφρισμένων κυμάτων.

Τα μάτια μου τότε

θα βλέπουν την αγάπη Σου,

θα ευφραίνονται στη στέρεη δύναμη Σου.

Τα πόδια μου θα στυλωθούν στην παρουσία Σου για να μη κλονισθώ ποτέ.

ΙΓ’

Είπα ν’ ανεβώ στο όρος Σου,

να έλθω να Σε συναντήσω,

να τρέξω όπως το παιδί

στο γλυκύ και βέβαιο

άγγιγμα του πατέρα.

Στο κατώφλι θα φέρω τα δώρα μου,

θα Σού πω όλα

τα χαρούμενα σχέδια μου,

όσα έφτιαχνα κοντά στους ανθρώπους

όταν σκεφτόμουνα Εσένα.

Θα Σου δείξω τις πεταλούδες μου και τους ωραίους μου κήπους,

που υφαίνανε τα αδύνατα δάχτυλα μου.

Τις πράσινες μικρές λίμνες μου,

που άφηνα να διαπλέουν

σαν μια γαλάζια και άψυχη πορεία

τα λευκόπανα όνειρά μου.

Ω , είναι βέβαιο που θα με φιλήσεις τότε…

Θα με φιλήσεις ενώ θα γεμίζω

με δάκρυα τα θερμά δάχτυλα Σου. Στις πληγωμένες παλάμες Σου

θ’ αναπαύσω τις σκέψεις μου,

τις σκέψεις μου,

που πόνεσαν σε μάταιες περιοδείες 

όταν ζητούσαν να με πλανήσουν

από κοντά
 Σου

όταν, με δειλία και φόβο,

λίγωναν την ψυχή μου. Όταν μάτωναν τα    τεντωμένα δάχτυλα μου ενώ τα άπλωνα σε μια ανέσπερη και αθόρυβη ικεσία…

Τότε, που τα πόδια μου έγλυφε η νεκρή πολιτεία του χάους.

Συ όμως ήσουν κοντά μου…

Η σκέπη Σου με σκέπαζε.

Η πνοή Σου με παρηγορούσε…

Εγλύκαινε

τα πικρά δάκρυά μου.

Ω , δεν θα με αφήσεις

να δω τους φόβους μου,

να βυθιστώ στους τρόμους μου,

να πλανηθώ στα νύχτια βήματα τους…

Είσαι Συ η αγάπη μου…

Στον ήλιο Σου, στον ήλιο Σου

θερμαίνω εγώ τα υγρά όνειρά μου…

ΙΔ’

Η παροικία μας γίνηκε ένα ψέμα.

Τα οράματα μια χίμαιρα.

Στο διάφανο υμένα τους η ψυχή μου

διαβάζει τη ματαιότητα…

Την τυφλή ματαιότητα,

που καλπάζει χορεύοντας

στις πολύχρωμες κοιλάδες των εφήμερων.

Ματαιότητα και ψέμα

είναι τ’ αηδόνια

τους ορθρινούς κήπους των κυδωνιών.

Ματαιότητα και ψέμα οι νύχτιοι γρύλοι,

που μετρούνε τις ώρες που τρέχουν

και τα βήματα των εποχών,

που παρέρχονται.

Ματαιότητα και ψέμα

περιδιαβαίνει τους τόπους.

Στους μακρινούς ορίζοντες η

ζωή διαλύθηκε

σέ πλάνους αντικατοπτρισμούς.

Δεν θα σαλέψουν τα βήματα μου..

Δεν θα ολισθήσω…

Η ματαιότητα

δεν θα φθείρει τη δόξα μου.

Μου έδωσες μια υπέροχη γνώση,

μα ιδιαίτερη αίσθηση.

Συλλέγω τις ομορφιές,

διαλύω τα επιφαινόμενα

στις θερμές και εναγώνιες

εκζητήσεις της μορφής Σου.

Οι φτερωτές λαίλαπες

ραμφίζουν τα μάγουλα μου,

Σφυρίζουν τις πιο αβέβαιες αντιφάσεις,

τις πιο παράξενες συμφωνίες

πλάνης και θανάτου.

Γυμνός πάνω σ’ ένα ρόδινο φύλλο

διέτρεξα τις θύελλες.

Με ραγισμένη την πανοπλία μου

Ξεπέρασα τους μαιάνδρους

των θορύβων

βρήκα την αγάπη Σου.

Η αγάπη Σου με στεφάνωσε

Ω , γλυκύτατε

Ω , Θεέ μου..

ΙΕ’

Όπως το διψασμένο ελάφι,

ψάχνω για τις πηγές Σου.

Όπως το ελάφι το ανήσυχο των θερινών δασών.

Δεν έδεσα τα ίχνη μου απατηλές οπτασίες, αβέβαιες υποσχέσεις

δεν έσυρα τα βήματα μου.

Εζήτησα το πάθος Σου.

Επόθησα τον ύμνο Σου.

Να ντυθώ θέλησα τη μνήμη Σου,

να ανέλθω το μαβί Γολγοθά Σου.

Να δρέψω εκεί το φως,

που πήδησε απ’ τον πόνο Σου,

να τονίσω την αγάπη μου

στην αγάπη Σου,

στην ασημένια άρπα της ψυχής Σου.

Στην αγκαλιά μιας ίσιας θάλασσας

είδα τα όνειρα μου,

στην αγκαλιά μιας θάλασσας

άπλωσα την ψυχή μου.

Περπάτησα στις όχθες Σου,

διέπλευσα τις λίμνες Σου,

έδρεψα τις σκέψεις Σου,

αρνήθηκα τον εαυτό μου.

Πρέπει κάθε μέρα ν’ ανεβαίνω

– το γνώρισα τώρα –

στο κάθε ρόδισμα της αυγής,

στο κάθε θάμπωμα της εσπέρας,

να καίω στην εύοσμη θυσία Σου

τη δειλή κι’ αδύνατη,

τη χλωμή λαμπάδα της ψυχής μου.

Ναι, την ψυχή μου κρέμασα στο ξύλο Σου-ήπια στο βραδινό ποτήρι Σου-

εδείπνησα τους άρτους των θλίψεων Σου. Στην επιγραφή της καταδίκης Σου έγραψα τ’ όνομα μου Εγκατάλειψη… Ταπείνωση… Σωτηρία… Ζωή…

ΙΣΤ’

Η πολιτεία προσμένει το φως.

Η χλωμή πολιτεία,

πού πεθαίνει

χωρίς να δει το φως

Οι εσπέρες της φέρανε το μήνυμα

της νύχτας,

της ψάλανε το τραγούδι των παγετώνων

Ω , στείλε με, δέομαι…

Το κεφάλι μου ας ματώνει

ένα στεφάνι από ακάνθινη ταπεινοφροσύνη.

Τίς παλάμες μου ας καίει

θερμή η πληγή των πόνων Σου.

Την καρδιά μου θα φλογίζει τότε

η φλόγα της αγάπης Σου.

Ω , έτσι στείλε με, γλυκέ μου,

ακέραιο και πράυ,

σαν μια πνοή ευωδίας,

σαν άρωμα της αυγής

θ’ αποκαλύψω τότε την αισχύνη της,

θα δέσω τις πληγές της…

θα αλείψω με μύρα τη μορφή της,

με μύρα και διαδήματα,

με γιορτινά περιθέματα

θα στολίσω

τα μαλλιά της.

 

όραση και προσδοκία

ΙΖ’

Θα πορευτώ όπως Εσύ,
θα πορευτώ μαζί Σου.

Ο λύχνος Σου δεν έσβησε, δεν θάμπωσε το φως Σου.
Η σοφία Σου φέγγει στις ψηλές κορφές,

λογχίζει το δειλό σκοτάδι που έρχεται

ψηλαφώντας τις πλαγιές.

Στη γη άπλωσαν οι Εστίες Σου,

– οι ωραίες Σου εκκλησίες –

που λαμπυρίζουν

όπως τα ξωτικά πετράδια

στο βυθό μιας ασημένιας θάλασσας.

Προβαίνουν, όπως τα ποίμνια των κοιλάδων στο απαλό και ξάστερο,

στο μυστικό μεθύσι

του ήλιου και της αγάπης…

Προβαίνουν όπως

οι όμορφες λυγερές παρθένες,

πού πήδηξαν απ’ τους δρυμώνες τής αυγής.

Η δρόσο στάλαξε στα μέτωπα τους.

Το φως εφίλησε

με ρόδια και χαμόγελα

τα εύρωστα βήματα τους.

Ψάλε θλιμμένη Γη τη σωτηρία σου,

Τραγουδά τις επίσημες γιορτές σου.

Στις χλωρίδες των κήπων

θα σταλάξει φως,

oι κάμποι θα γελάσουν στους καλπασμούς των ίππων, στα χαρωπά βελάσματα των προβάτων.

Στους ξερούς χείμαρρους ανέβηκε

ο ύμνος των υδάτων.

Οι εσπέρες ετρύγησαν το φως στα βλέφαρα των κρίνων.

Ο Αγαπημένος μας έρχεται.

Στις εισόδους σου άπλωσε η φήμη Του… Στους δρόμους σου ήχησε η φωνή Του… Απόβαλε τα νέφη σου.

Απόβαλε τη φθορά σου.

Ο Κύριος μας έφθασε.

Στα δώματα ακούστηκε ο ήχος

των βημάτων Του

Ναι, στα ψηλά δώματα,

στα παλάτια σου.

Ω, βγάλε σε μια πομπή ατέλειωτη τους νέους και τις νέες σου, πρόσφερε τα άνθη σου,

πρόσφερε το μέλι σου,

Πρόσφερε τον οίνο της

αγάπης σου   

Ο αγαπημένος μας έφθασε.

Ο Βασιλιάς σου.  Ο Θεός.

 

αυτο το γλυκύ παρόν

ΙΗ’

Η ημέρα μας ξύπνησε με χαμόγελα,

με τα ωραία χαμόγελα

του ήλιου και της αγάπης.

Στις άκριες των κήπων μας

ανθίζει το όραμα της πολιτείας Σου,

της ωραίας μας Σιών,

της Σιών των ονείρων μας.

Από τις στέγες μας

σταλάζει φως και γαλάζια αλληλούια.

Είναι Κυριακή πρωί…

Οι ρόδινοι αιθέρες

κυλούνε με συμφωνίες ξανθών αγγέλων και χαρούμενων πουλιών.

Καθισμένοι στο τραπέζι Σου

το στολισμένο με γιούλια και σπέντζες και λευκές αναμνήσεις αναλογιζόμαστε την αγνή Σου θυσία.

Με ιερή δειλία κόβουμε τον άρτο Σου. Μοιράζουμε τον οίνο Σου.

Μοιράζουμε τα μαρτύρια της Αγάπης Σου.

Είναι Κυριακή πρωί ήμερα χαρμόσυνων αναμνήσεων.

Μεθυσμένοι από ύμνους και προσευχές ταξιδεύουμε στην ανήσυχη ρέμβη των τελευταίων στιγμών της παροικίας Σου. Με λόγους αναπλάθουμε τη ζωή Σου.

Με αιώνιους λόγους και απλές σκηνές,

που μαζεύουμε από τα

Ευαγγέλια  Σου.

Οδεύουμε μαζί Σου

στην ιστορία εκείνη της θλιβερής Σου πορείας, στα μυστικά ίχνη

του πάθους Σου,

που αποκάλυψες μόνο σε μας…

Απ’ της αυλές του Άννα στον Καϊάφα

απ’ το χλωμό κήπο των ελαιών, που στα φύλλα τους ασημοφέγγουν ακόμα με παράξενη γλυκύτητα οι πνοές της νυχτερινής Σου αγωνίας, ως τους ψυχρούς εξώστες του Πραιτωρίου, οπού σε στέψαν βασιλιά μας. Ω, κράτησε με, με το

βλέμμα Σου, κράτησε με

στους τέλειους δεσμούς της αγάπης Σου, για να μπορώ να υποφέρω μαζί Σου και να μη Σ’ αρνηθώ

όπως ο μαθητής εκείνος,

πού όμως Σέ αγαπούσε πολύ…

Ο άδικος όχλος μας συνθλίβει κοντά Σου, ενώ ακολουθούμε

σαν μια θάλασσα ονειδισμών και ύβρεων ως τον τόπο

του μαρτυρίου Σου.

Στον υγρόν υμένα των ματιών μας

αντιφεγγίζει τώρα

μ’ απέριττη επιβλητικότητα

η παρουσία της σεπτής Σου θυσίας.

Είσαι Εσύ… ο Αμνός του Θεού.

Με τα δάχτυλα της ψυχής μου

ψαύω στο σώμα Σου

τα  ίχνη,

δε διάβηκε η δική μου τιμωρία.

Μετρώ το αίμα Σου το άσπιλο,

που στάλαξε για μένα.

Μελετώ την επιγραφή Σου…

«Συ είσαι ο Βασιλιάς μου».

Κλείνω τα μάτια μου

σε μια Ιερή έκσταση

χαράς και πόνου

και υψώνω την προσευχή μου,

που έρχεται αδελφωμένη

με το λυγμό της αδελφής,

με το αθώο δάκρυ του αδελφού,

που ψάλλει και κλαίει μαζί

στη χαρά της σωτηρίας του.

Είμαστε όλοι ένα σώμα

και ένα πνεύμα,

ο  Άγιος λαός Σου

το μικρό ποίμνιο της αγάπης Σου…

ΙΘ’

Αγάπη… αγάπη…          Ζωή πλατιά και διάφανη. Στους ουρανούς θα γνωρίσω τα βάθη Σου, θα μάθω

τ’ απέραντα μυστικά Σου, θα πιώ

το ανόθευτο μέλι Σου, θα μεθύσω

στους αιώνιους σταλαγμούς της χαράς Σου.

Ω , τότε, όταν, θα μου διηγείσαι

σ’ ένα κύκλο λευκών εορτών

και ατέρμονων αναμνήσεων

τα όσα υπέφερες Εσύ για μένα.

Ω, Αγαπημένε μου.

Ω, Κύριε μου.

Ω , Θεέ μου.

Κοινοποίηση

[ssba-buttons]

Ποιητής