Πλανεύτρα γη δε με γελάς
όσο γλυκά κι αν με κοιτάς.
Μήπως θυμάσ' ακόμα
που 'μουν σκουλήκι βρωμερό,
που 'πίνα βούρκο για νερό
κι έτρωγα μαύρο χώμα;
Για δες τι όμορφα φτερά,
ζηλόφθωνη, σκληρή κυρά,
ο Αφέντης μου 'χει δώσει.
Μες στ' ουραντου την απλωσιά,
στης αγκαλιάς Του τη δροσιά
εχ' όλη ξανανιώσει.
Μου τάζεις πάλι για να 'ρθω,
το μαύρο χώμα το πικρό.
Μα σου 'χω πια μηνύσει
πως, όποιος μάννα τ' ουρανού
εγεύτηκε, ποτέ του αλλού
το βλέμμα θα γυρίσει.
