Σαν ρίξανε κατάχαμα
Το σταυρικό το ξύλο
Ούτε θωριά για κλάματα
Ούτε καιρός για θρήνο,
Ο Λιόντας μόνος ξάπλωσε
– Κι ήξερε το μαρτύριο –
Τα δυο Του χέρια άπλωσε
– Αγάπης το μυστήριο –
Μα κάπου ανάμεσα στη γη
Και του σταυρού το ξύλο
Η αγκαλιά η Πατρική
– Πέτρες βαριές στο μύλο –
Βουβή στεκότανε εκεί.
Κι ως το σφυρί ασκώθη
Χέρι και ξύλο το καρφί
απέρασε. Και η καρδιά
η θεϊκή πληγώθη.
