Δυο Τζιτζίκια στην Ομόνοια

15 Μαρτίου 2022
ΠΙΣΩ
eeeath_admin

Ξέγνοιαστα παλικαράκια 
με το γκρίζο τους κουστούμι
σκαρφαλώσαν στα δεντράκια 
και το ‘ρίξαν στο τραγούδι.
Τροβαδούροι της ασφάλτου
-κι ας καεί το πελεκούδι-
ο ένας με φωνή του μπάσου
σκέπαζε τον πιο μικρούλη.
Και ο κόσμος που περνούσε 
άκουγε χωρίς να βλέπει 
και ως έτρεχε ρωτούσε:
-Πού το βρήκανε το κέφι; 
Από κάποια κούρσα ένας
μούντζωσε ξερά έναν άλλο
αρπαχτήκαν στο βρισίδι
κι έγινε κακό μεγάλο.

Σπρώχναν – έτρεχαν οι κόσμοι
πνίγηκαν στο ιδρωτάρι
βιάζονταν να βγουν οι πρώτοι
κι έρχονταν οπίσω άλλοι.

Μες στη σκόνη, την αντάρα
τ’ Αυγουστιάτικο λιοπύρι
ν’ άκουγες μόνο κατάρα
και βλαστήμιας πανηγύρι.
Εσταμάτησε ο μπάσος 
-και τα φύλλα κουνηθήκαν-
κι είπε σοβαρά στον άλλο:
-Τι συμβαίνει; Τρελλαθήκαν; 
Και τ΄ αμέριμνο τζιτζίκι
είπε μελαγχολικό:
-Φαίνεται, πως οι άνθρωποι
δεν θα έχουν Θεό…

Κοινοποίηση

[ssba-buttons]

Ποιητής