Όταν με δάκρυα κλαίω πικρά,
τόσο που αν τύχει και νιφτείς στην κρήνη τους
μη δηλητηριαστείς φοβάμαι,
τις λογικές μη στέλνεις ερωτήσεις σου
σαν βέλη ακριβοστόχητα κι ευθύγραμμα
να με ρωτήσουνε το πώς και το γιατί.
Ούτε και τ’ άσπρο σου μαντήλι μην απλώνεις
με τις γωνιές του τέσσερις, άκαμπτες και ορθές
την αγωνία μελανών σταγόνων να συλλέξουν.
Μόνο τις χούφτες σου κοίτα, αν μπορείς,
να μου δανείσεις,
περισπωμένες καμπυλόγερτες κι υγρές
μια συντροφευτική να μου προσφέρουν στίξη.
Ή, αν αυτό δεν είναι μπορετό,
στείλε μου μια ματιά σου—μουσαφίρη ευπρόσδεκτο—
για να του δείξω μες στα κρύσταλλα τα ρομβοειδή
ιδιωτικών μου ονείρων
το δίσκο τον ολόχρυσο τ’ άρχοντα Ήλιου
όπως τον βλέπω εγώ:
από την πίσω του μεριά,
μόνη μεριά απ’ όπου δύναμαι να τον πλευρίσω.
(Εσωτερικές Διαρρυθμίσεις, Νεφέλη, σ. 39)
