Χριστέ μου, πόσο σκοτεινές της γης οι πολιτείες• κανένα
φως τη θλιβερή δε διώχνει καταχνιά, οι δρόμοι τις πιο
πένθιμες θυμίζουν ιστορίες κι οι άνθρωποι με σκυθρωπή
βαδίζουνε καρδιά.
Χριστέ μου, δεν κοιτάζουνε στους ουρανούς τα μάτια, τα
χείλη τις ολόγλυκες δεν κάνουν προσευχές, πλανιέται η
σκέψη απ’ της γης τούτης τα μονοπάτια κι ηχούνε τόσο
πένθιμα κάποιες δειλές ευχές.
Κι ω! η ειρήνη που ‘φτάσε κάποιο γαλάζιο βράδυ με
μουσικές απόκοσμες και θεία ωσαννά, η ειρήνη που μας
τύλιξε μες στο ζεστό της χάδι διάβηκε γι’ άλλα σύμπαντα,
ουράνια, μακρινά.
Και τριγυρνούνε πρόβατα χωρίς βοσκό οι άνθρωποι, τ’
αστέρι δε γνωρίζουνε π’ ολόλαμπρο περνά, κάποια νυχτιά
εδεμική να ρθουνε στρατοκόποι στη χαραυγή του
λυτρωμού, στη Βηθλεέμ ξανά.
