Σε είδα,
στο υπόγειο της Ομόνοιας,
να κρατάς εφημερίδες
και να φωνάζεις για τον ιμπεριαλισμό,
για την ισότητα, για την Καμπούλ.
Και ήσουν όμορφος γιατί δεν ήξερες
και η φωνή σου, κλισέ από το κόμμα,
ήταν κραυγή αναζήτησης του απόλυτου,
που τα κλεισμένα σου μάτια
δεν μπορούσαν να δουν,
και βόγγηξα βαθιά
μπροστά στους περαστικούς.
Σε είδα,
πάνω στην τεράστια "καβασάκι"
να τρέχεις σαν σίφουνας,
θεός και δαίμονας μαζί,
και νόμιζες πως πλησίαζες
το άπιαστο όνειρό σου.
Πόση λαχτάρα
κάτω από το πέτσινο σακάκι!
Σε μια καρδιά μεθυσμένη
να κυνηγάς το "είναι"
που ποτέ δεν άκουσες γι' αυτό,
κι ένα αγκάθι τρύπησε
την καρδία μου που μάτωσε.
Σε είδα,
στην δισκοθήκη της γειτονιάς,
στις κραυγές της Τζόπλιν
να κουνιέσαι, να λικνίζεσαι,
διαλυμένος από τον ορυμαγδό
που σε τύλιγαν τα ντραμς
και ήσουν ένα πτώμα
στο τρίτο στάδιο της αποσύνθεσης,
ένα πτώμα διψασμένο
για ζωή, για το απόλυτο.
Μα είχες χάσει το δρόμο.
Και σε λίγο θα ζητούσες στο χόρτο
και στην άσπρη σκόνη
την απουσία από την ζωή,
και ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό μου.
Σε είδα,
κακοντυμένο και λιπόσαρκο,
στο σωρό από τα βιβλία στο Μοναστηράκι
να ταλαντεύεσαι ανάμεσα στους δύο,
στον Σαρτρ και στον Μποντελέρ,
δεν φθάναν τα λεφτά σου και για τους δύο,
και να παίρνεις τον ένα,
που θα μεγάλωνε την πείνα σου,
που θα φαρμάκωνε την ψυχή σου,
που θα σε γέμιζε μίσος και αηδία,
χωρίς την παραμικρή αχτίνα από φως,
και έσκυψα το κεφάλι από ντροπή,
γιατί εγώ ήξερα. Ναι, ήξερα.
Παιδιά,
σφαργισμένα με το θάνατο,
τελευταίο στάδιο από μεταλλάξεις
μιας μακρόχρονης πορείας ψεύδους,
με παντιέρες από διάφορα χρώματα,
από Κατμαντού, Πλάκα, Σόχο,
μέχρι 52η Λεωφόρο.
Σ' έναν κόσμο απέραντο Νταχάου,
σε μια νάρκη που οδηγεί με βεβαιότητα
στην ολοκλήρωση, στο θάνατο.
