Όταν ήμουν μικρό παιδί
κάποιο απόγευμα
ενώ του χωριού μου
το μεγάφωνο
τραγουδούσε την “ιτιά”
έπεσα στα χέρια της μάνας μου
και με δάκρυα στα μάτια
τη ρώτησα, αν θα πεθάνει κάποτε
και κείνη μου αποκρίθηκε, ποτέ!
Τα χρόνια πέρασαν.
Η μάνα μου κουράστηκε
να ανεβοκατεβαίνει
τους κακοτράχαλους δρόμους
των χωραφιών
και ξάπλωσε να κοιμηθεί
στον ωραιότερο λόφο του χωριού
που ο ήλιος τον γλυκοφιλεί
και τον στολίζει με αμέτρητα άνθη.
Πλάγι της ξάπλωσε
και ο καλός πατέρας
με το πλατύ χαμόγελο.
Πιο κει, ο θείος ο Μιχάλης
ο θείος Παύλος
η θεία Κωνσταντίνα
όλη η χαρούμενη συντροφιά.
Η μάνα μου δεν πέθανε κοιμάται στο πλάι
του πατέρα όπως παλιά, στα μοσχοβολημένα
βράδυνα του χωριού.
Και σαν θα έρθει το Πρωί
θα σηκωθούν μαζί όλη η ωραία συντροφιά
να καβαλήσουν χαρωπά τα άλογα των
σύννεφων να τρέξουν θριαμβευτικά στων
αστεριών τους κάμπους.
