Κι είπε ο οχτρός ο όχεντρας
Του σκοταδιού ο ρήγας
Της κάκιτας ο μάστορας
Ο σβύστης της Ελπίδας,
Σαν είδε πως οι δύστυχοι
Αιχμάλωτοι του τρόμου,
χήρες, φτωχοί, απώλολοι
Φύλλα, ξερά του δρόμου
Λωλοί, σαλοί, απόδιωχτοι
Όλη η βουρκιά του κόσμου
πηγαίναμε στα χέρια Του
Να μας σφουγγίσει δάκρυ
Ξωπίσω στα καρτέρια Του
Για της ψυχής τα πάθη,
Για γιατρειά, να δούνε Φως
Ξανά να πορπατήσουν
Κυρός, νερό και χορτασμός
Βράχος για ν’ ακουμπήσουν
Αφού δεν μπόρειε το σωσμό
Άναψε θειοφοκέρια
Στο Λόφο σούρνει το Χριστό
και Του τρυπάει τα Χέρια.
Τ’ άλλο Ματωμένο Χέρι
Το ‘να Του χέρι
τ’ άπλωσε στο δίπλα Του ληστή,
Που είπε «ναι» μ’ ένα λυγμό
στη ματωμένη Χάρη.
Μέρα και τούτη Λαμπρινή!
Πρώτη, μετά απ’ το Σταυρό, ψυχή
Που δέχτηκαν οι ουρανοί
πόνων σταυρού,
πόνων χεριών,
πόνων μαργαριτάρι.
Και τ’ άλλο,
στο δεύτερο τ’ άπλωσε ληστή
που Του’ πε ξανά να πάταγε στη γη
Να πορπατήσει ο δόλιος
στο ίδιο το παλιό
το πονεμένο χνάρι.
Ο δύστυχος! Κι αρνήθηκε
Τη σταυρική τη Χάρη.
