Τι αν θαμπώνουν τα μάτια μου
στις πηγές των δακρύων,
κι αν υψώνονται κύματα σαν βουνά
μανιασμένα,
θα ελπίζω σ’ Εσένα.
Κι αν σκοτάδι απλώνεται
κι όλο πέφτει τριγύρω,
της αγάπης τα λούλουδα ξεψυχάν
μαραμένα,
θα ελπίζω σ’ Εσένα.
Κι αν οι μπόρες κυκλώνουνε
το λευκό το σπιτάκι
και ορμάνε οι χείμαρροι σαν θεριά
μανιασμένα,
θα ελπίζω σ’ Εσένα.
Κι αν το αβρό μου χρυσάνθεμο
που τ’ αγάπησα τόσο
να λυγίζει τ’ αντίκρισα με τα μάτια
θλιμμένα,
θα ελπίζω σε Εσένα.
Ποιος μπορεί της αγάπης Σου
να μου κλέψει το μύρο,
τον αιμάτινο στέφανο
ποιος μπορεί να κρατήσει;
Σε κοιτάζουν τα μάτια μου
στης οδύνης το ξύλο,
ποιος μπορεί περισσότερο από Σε
ν’ αγαπήσει;
