Ξέγνοιαστα παλικαράκια
με το γκρίζο τους κουστούμι
σκαρφαλώσαν στα δεντράκια
και το ‘ρίξαν στο τραγούδι.
Τροβαδούροι της ασφάλτου
-κι ας καεί το πελεκούδι-
ο ένας με φωνή του μπάσου
σκέπαζε τον πιο μικρούλη.
Και ο κόσμος που περνούσε
άκουγε χωρίς να βλέπει
και ως έτρεχε ρωτούσε:
-Πού το βρήκανε το κέφι;
Από κάποια κούρσα ένας
μούντζωσε ξερά έναν άλλο
αρπαχτήκαν στο βρισίδι
κι έγινε κακό μεγάλο.
Σπρώχναν – έτρεχαν οι κόσμοι
πνίγηκαν στο ιδρωτάρι
βιάζονταν να βγουν οι πρώτοι
κι έρχονταν οπίσω άλλοι.
Μες στη σκόνη, την αντάρα
τ’ Αυγουστιάτικο λιοπύρι
ν’ άκουγες μόνο κατάρα
και βλαστήμιας πανηγύρι.
Εσταμάτησε ο μπάσος
-και τα φύλλα κουνηθήκαν-
κι είπε σοβαρά στον άλλο:
-Τι συμβαίνει; Τρελλαθήκαν;
Και τ΄ αμέριμνο τζιτζίκι
είπε μελαγχολικό:
-Φαίνεται, πως οι άνθρωποι
δεν θα έχουν Θεό…
